Άγιος Μάξιμος ομολογιτής

Maximos_omologitisΑνάμεσα στους διαπρεπέστερους θεολόγους και μαχητικότερους αγωνιστές της αμωμήτου ορθοδόξου πίστεως εξέχουσα θέση κατέχει ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, ο οποίος αναδείχθηκε «ουρανόφωτος φωστήρ της Εκκλησίας» και «πανάριστος μυστογράφος των αρρήτων», «κρουνός σοφίας» και «διδάσκαλος της ευσεβείας και της σεμνότητος», «θεόπνευστο εγκαλλώπισμα των μοναζόντων» και «στερρός υπέρμαχος της αληθείας», όπως τόσα εύστοχα υμνείται και γεραίρεται μέσα από την Ιερά του Ακολουθία.

Ο της «Τριάδος εραστής» και «ένθεος μύστης» Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής γεννήθηκε το 580 στην Κωνσταντινούπολη και ήταν γόνος επιφανούς αρχοντικής οικογένειας της Βασιλεύουσας. Οι ευσεβείς γονείς του τον βάπτισαν χριστιανό και φρόντισαν να αποκτήσει επιμελημένη και ανώτερη παιδεία. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι σύμφωνα με τον βιογράφο του έλαβε την «εγκύκλιον παίδευσιν» και μάλιστα η εκπαίδευσή του διήρκησε από το έκτο ή έβδομο έτος της ηλικίας του μέχρι το εικοστό πρώτο, γεγονός που τον κατέστησε ευρυμαθή και άνδρα εξαιρετικής διάνοιας. Επιδόθηκε με ιδιαίτερη αγάπη στη φιλοσοφία και τη ρητορική και αναδείχθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα μεγάλο πνευματικό ανάστημα που διακρινόταν για την ευφυΐα, τον υψηλό φιλοσοφικό στοχασμό, τη ρητορική δεινότητα και την πολυμάθειά του.

Γι’ αυτό και όταν ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Ηράκλειος ανήλθε στον θρόνο το 610, εκτιμώντας τα σπάνια χαρίσματά του, αλλά και την ενάρετη πολιτεία του, τον προσέλαβε σε νεαρή ηλικία στα αυτοκρατορικά ανάκτορα και τον τίμησε με το αξίωμα του «πρωτοασηκρήτου», ήταν δηλαδή ο επί των απορρήτων αρχιγραμματέας του αυτοκράτορος. Όμως στη θέση αυτή ο θεοφόρος Μάξιμος έμεινε μόνο τρία χρόνια, διότι αφενός η κοσμική ζωή των ανακτόρων δεν τον ανέπαυε, αφετέρου δε η ανάμειξη του αυτοκράτορος σε εκκλησιαστικά ζητήματα σε συνδυασμό και με διατάγματα που εναντιώνονταν στην πίστη των Ορθοδόξων, έθετε σε σοβαρό κίνδυνο την πορεία της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Έτσι το 613 παραιτήθηκε του αξιώματός του και αποφάσισε να εγκαταλείψει τις μάταιες τιμές του κόσμου και να αποσυρθεί στο απομονωμένο μοναστήρι της Υπεραγίας Θεοτόκου στη Χρυσούπολη που βρισκόταν απέναντι από την Κωνσταντινούπολη. Εκεί εκάρη μοναχός και επιδόθηκε με τέτοιο ζήλο στην άσκηση, την προσευχή και τη μελέτη της Αγίας Γραφής και των Πατέρων της Εκκλησίας, ώστε απόκτησε σύντομα τον σεβασμό όλων των μοναζόντων. Μάλιστα ο βιογράφος του αναφέρει ότι στεκόταν όρθιος όλη τη νύχτα για να προσευχηθεί. Γι’ αυτό και χαρακτηρίστηκε ως «ευλαβέστατος μοναχός». Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονιστεί ότι η απόλυτη αφοσίωσή του στην άσκηση σε συνδυασμό με την ολοένα και αυξανόμενη πνευματική του προκοπή, την αξιομνημόνευτη ταπεινοφροσύνη και την απαράμιλλη αρετή του τον κατέστησαν τόσο αγαπητό και σεβαστό στους συμμοναστές του, ώστε τον εξέλεξαν ηγούμενο της μονής, παρόλο που ως γεγονός δεν επιβεβαιώνεται επαρκώς από τους μελετητές.

Όμως οι αλλεπάλληλες επιδρομές των Περσών τον ανάγκασαν το 624 να μεταβεί στην Κύζικο και να διαμείνει επί δύο έτη στη Μονή του Αγίου Γεωργίου. Εκεί είχε την ευκαιρία να συναναστραφεί με τον Επίσκοπο Ιωάννη, ενώ άρχισε να συντάσσει τα πρώτα του έργα που ήταν ασκητικά συγγράμματα για τον αγώνα εναντίον των παθών της ψυχής. Οι συνεχιζόμενες όμως επιδρομές των Αβάρων και των Περσών, οι οποίοι το 626 έφθασαν στα τείχη της Κωνσταντινουπόλεως μετά από την από κοινού τους επίθεση, που αποκρούσθηκε όμως χάρη στη θαυματουργική επέμβαση της Θεοτόκου, τον ανάγκασαν να μεταβεί στην Κρήτη. Εκεί διέμεινε αρκετό χρονικό διάστημα, αγωνιζόμενος εναντίον των μονοφυσιτών θεολόγων. Κατόπιν μετέβη στην Κύπρο και το 632 έφθασε στη βόρεια Αφρική και συγκεκριμένα στην Καρχηδόνα.

Εκεί γνώρισε τον μοναχό Σωφρόνιο, τον και μετέπειτα Πατριάρχη Ιεροσολύμων, ο οποίος εγκαταβίωνε μαζί με άλλους μοναχούς που είχαν έρθει πρόσφυγες από την Παλαιστίνη στη Μονή Ευκρατά. Οι δύο άνδρες συνδέθηκαν μεταξύ τους πνευματικά και ανέλαβαν από κοινού τον σθεναρό αγώνα εναντίον της αιρέσεως του Μονοθελητισμού, η οποία αποτελούσε την τελευταία έκφραση του Μονοφυσιτισμού. Οι υποστηρικτές του Μονοθελητισμού ισχυρίζονταν ότι στον Χριστό δεν υπάρχουν δύο θελήσεις, η θεία και η ανθρώπινη, αλλά μόνο η θεία, η οποία και απορρόφησε τελείως την ανθρώπινη. Όμως ο θεοφόρος Μάξιμος κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Καρχηδόνα κατέδειξε ότι ο Χριστός ενεργεί ανθρωπίνως ό,τι είναι θεϊκό με τα θαύματα Του και θεοπρεπώς ό,τι είναι ανθρώπινο κατά το ζωοποιόν Πάθος Του. Αλλά και ο Σωφρόνιος αμέσως μετά την εκλογή του στον πατριαρχικό θρόνο των Ιεροσολύμων δημοσίευσε μία εγκύκλιο επιστολή, στην οποία προσδιόριζε ότι ενώ η θεία και η ανθρώπινη φύση έχει η κάθε μία τη δική της ενέργεια και το πρόσωπο του Χριστού είναι ένα, οι φύσεις και οι ενέργειές Του είναι δύο.

Όμως ο αγώνας και η αντίσταση εναντίον του Μονοθελητισμού συνεχίστηκε και μετά τον θάνατο του Πατριάρχου Σωφρονίου το 638 και μάλιστα με μεγαλύτερη ένταση μετά από την έκδοση της «Έκθεσης», δηλαδή του διατάγματος από τον αυτοκράτορα Ηράκλειο που ήταν υποστηρικτής του Μονοθελητισμού. Σύμφωνα μ’ αυτό το διάταγμα η αιρετική διδασκαλία των μονοθελητιστών επιβαλλόταν πλέον επισήμως μετά τη σύγκληση ενδημούσας Συνόδου στην Κωνσταντινούπολη από τον Πατριάρχη Πύρρο, ο οποίος είχε συντάξει το διάταγμα με απώτερο σκοπό την ένωση των μονοφυσιτικών Εκκλησιών της Ανατολής με τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία.

Όταν όμως ο Πατριάρχης Πύρρος εκθρονίστηκε, κατέφυγε το 641 στην Καρχηδόνα, όπου συναντήθηκε με τον Μάξιμο. Εκεί του δόθηκε η ευκαιρία να συζητήσει δημόσια με τον θεορρήμονα πατέρα και φλογερό πρόμαχο της Ορθοδοξίας για το πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Κατά τη διάρκεια του έντονου διαλόγου ο σοφός και θεηγόρος Μάξιμος κατέδειξε ότι ο Λόγος του Θεού από την απεριόριστη αγάπη για το δημιούργημά Του, προσέλαβε πλήρως την ανθρώπινη φύση, χωρίς όμως να αλλοιωθεί η ελευθερία της. Έτσι η ανθρώπινη ελευθερία ενώθηκε με τον Θεό στο πρόσωπο του Χριστού. Αναπτύσσοντας ο Μάξιμος με τόση ευστοχία και πειστικότητα την επιχειρηματολογία του, υποχρέωσε τον Πύρρο να πεισθεί για το εσφαλμένο των θέσεών του. Γι’ αυτό και ο εκθρονισθείς Πατριάρχης μετέβη στη Ρώμη για να αποκηρύξει την αιρετική διδασκαλία του Μονοθελητισμού και να ζητήσει μετάνοια από τον Πάπα Μαρτίνο Α΄. Όμως ενστερνίστηκε και πάλι τις μονοθεληστικές του απόψεις και αφορίσθηκε από τον Πάπα Θεόδωρο, ενώ το 654 επανεκλέγη Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, αλλά μετά από τέσσερις μήνες απεβίωσε.

Βλέποντας ο θεηγόρος Μάξιμος ότι η φοβερή αίρεση εξαπλώνεται ολοένα και περισσότερο στην Ανατολή, αποφάσισε να μεταβεί στη Ρώμη το 646 και να συνεχίσει από εκεί τον αγώνα του εναντίον της κακοδοξίας. Άλλωστε η Αίγυπτος είχε καταληφθεί από τους Άραβες και πλήθος Ελλήνων κατέφευγε στην Ιταλία. Στο μεταξύ ο αυτοκράτορας Κώνστας Β΄ (641-668) κοινοποίησε το 648 τον «Τύπο», δηλαδή ένα διάταγμα, σύμφωνα με το οποίο απαγόρευε στους χριστιανούς να συζητούν για δύο φύσεις και δύο θελήσεις στο πρόσωπο του Χριστού. Το γεγονός μάλιστα αυτό οδήγησε και στη δίωξη των Ορθοδόξων. Γι’ αυτό και κατά την προτροπή και σύσταση του Μαξίμου ο νεοεκλεγείς Πάπας Μαρτίνος Α΄ συγκάλεσε Σύνοδο στη Ρώμη το 649, η οποία έμεινε γνωστή ως Σύνοδος του Λατερανού. Η συγκληθείσα αυτή Σύνοδος καταδίκασε τον Μονοθελητισμό και απέρριψε τον «Τύπο», το αυτοκρατορικό αυτό διάταγμα του 648. Μάλιστα η συμμετοχή του Αγίου Μαξίμου υπήρξε αποφασιστική, αφού όλοι θαύμασαν τη μαχητικότητα και την πειστική του επιχειρηματολογία που αποστόμωσε όλους τους διώκτες της Ορθοδοξίας. Παράλληλα συνέγραψε πολλά συγγράμματα που εναντιώνονταν στη θρησκευτική πολιτική του αυτοκράτορος Κώνσταντος Β΄.

Η μαχητική του όμως αυτή δράση εξόργισε τον αυτοκράτορα, ο οποίος διέταξε την προσαγωγή του στην Κωνσταντινούπολη με την κατηγορία της απείθειας σε αυτοκρατορικό πρόσταγμα, της συνωμοσίας και της συμμετοχής σε στάση, ενώ έστειλε στη Ρώμη στράτευμα για να συλλάβει τον ανάπηρο Πάπα Μαρτίνο Α΄. Έτσι το 653 συνελήφθη ο Πάπας και οδηγήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου φυλακίσθηκε μαζί με κοινούς εγκληματίες και εκτέθηκε στο κρύο και την πείνα. Το 654 δικάστηκε και το 655 εξορίσθηκε στη Χερσώνα της Κριμαίας, όπου απεβίωσε εξαθλιωμένος. Στο μεταξύ ο Άγιος Μάξιμος είχε ήδη συλληφθεί από τον έξαρχο της Ιταλίας Θεοδόσιο κατ’ εντολήν του αυτοκράτορος Κώνσταντος και οδηγήθηκε στην Κωνσταντινούπολη μαζί με τους τέσσερις μαθητές του, τον πιστό μαθητή του, τον Αναστάσιο, έναν άλλο Αναστάσιο που ήταν αποκρισάριος του Πάπα, τον Θεόδωρο και τον Ευπρέπιο.

Κατόπιν τους έκλεισαν στη φυλακή μερικούς μήνες και τον Μάιο του 655 δικάστηκε ο Μάξιμος ως εχθρός και εγκληματίας του κράτους με την κατηγορία της πολιτικής συνωμοσίας, αφού αντιτάχθηκε στην αυτοκρατορική εξουσία και συνέβαλε στην κατάκτηση της Αιγύπτου από τους Άραβες, ενώ με τη διδασκαλία του έσπειρε τη διχόνοια μέσα στην Εκκλησία. Ο σοφός και μακάριος όμως Μάξιμος απάντησε με παρρησία και με ανδρείο φρόνημα στις συκοφαντίες και τις βασανιστικές ανακρίσεις και δήλωσε ότι είναι έτοιμος να διακόψει την κοινωνία με όλους τους πατριάρχες, ακόμη και να θανατωθεί, παρά να προδώσει την πίστη του. Γι’ αυτό και δήλωσε με απόλυτη ηρεμία ότι δεν τον απασχολεί, εάν οι Ρωμαίοι και οι Έλληνες είναι ενωμένοι ή διαιρεμένοι, αλλά αυτό που τον ενδιαφέρει είναι να μείνει προσηλωμένος στην ορθή πίστη. Άλλωστε, όπως τόνισε, ο ορισμός των δογμάτων της Εκκλησίας είναι έργο των ιερέων και όχι των αυτοκρατόρων, αφού αυτός που τελεί τα Μυστήρια της Εκκλησίας και ιερουργεί στο Θυσιαστήριο, είναι ο ιερέας και όχι ο αυτοκράτορας των χριστιανών.

Η σταθερή του όμως άρνηση να δεχθεί την ανάμειξη του αυτοκράτορος σε θέματα πίστεως και η ακλόνητη προσήλωσή του στις αρχές της αμωμήτου πίστεως των Ορθοδόξων εξόργισαν τον αυτοκράτορα Κώνστα Β΄, ο οποίος τον καταδίκασε σε εξορία σ’ ένα φρούριο στη Βιζύη της Θράκης. Μετά από ένα χρόνο, το 656, εστάλη ένα επισκοπικό δικαστήριο από τον νέο αιρετικό Πατριάρχη Πέτρο, αλλά ο Άγιος παρά τις προσπάθειες των αρχόντων για συμβιβαστική λύση, κάλεσε τον αυτοκράτορα και τον Πατριάρχη σε μετάνοια με την προτροπή να επιστρέψουν στην αληθινή πίστη. Η επιμονή όμως του Μαξίμου στις θέσεις του τον οδήγησε σε εξορία στην Πέρβερη, όπου έμεινε έξι χρόνια και όπου βρισκόταν εξόριστος ο ένας Αναστάσιος.

Το 662 οδηγήθηκε και πάλι ο Μάξιμος με τους μαθητές του στην Κωνσταντινούπολη,όπου επρόκειτο και πάλι να δικασθούν ενώπιον του αιρετικού Πατριάρχου και των άλλων αιρετικών αρχόντων. Όμως ο Μάξιμος παρά τις επίμονες πιέσεις και τις σκληρές απειλές, έμεινε σταθερός και ακλόνητος στο πηδάλιο της ορθοδόξου πίστεως, όπως και οι τέσσερις μαθητές του. Μάλιστα τόνισε ότι σύμφωνα με τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό η Εκκλησία είναι η ορθή και σωτήρια ομολογία της πίστεως, ενώ στην απειλή ότι θα θανατωθεί, δήλωσε με ξεχωριστή παρρησία ότι θα αποτελέσει δόξα στο όνομα του Κυρίου οτιδήποτε και εάν υποστεί.

Η ακλόνητη πίστη του Αγίου Μαξίμου και των συνακολούθων του εξαγρίωσε όμως σε τέτοιο βαθμό το εκκλησιαστικό δικαστήριο, ώστε ο διοικητής διέταξε να μαστιγωθούν ανελέητα, ενώ απέκοψαν τη γλώσσα και τη δεξιά χείρα του θεοφόρου Μαξίμου, ώστε να μην μπορεί να ομιλεί και να γράφει εναντίον της αιρέσεως του Μονοθελητισμού. Κατόπιν τους διαπόμπευσαν και τους εξόρισαν στη Λαζική του Πόντου, κλείνοντάς τους σε φυλακή, αλλά τον καθένα ξεχωριστά. Τον Μάξιμο τον φυλάκισαν στο φρούριο Σχίμαρις που βρίσκεται στην Αλανία του Καυκάσου (σημερινή δυτική Γεωργία), όπου το ακρωτηριασμένο του σώμα άντεξε με θαυματουργικό τρόπο τρία χρόνια, αφού και χωρίς γλώσσα μπορούσε να ομιλεί. Μετά όμως από ολιγοήμερη ασθένεια παρέδωσε το πνεύμα του στον δικαιοκρίτη Θεό, σε ηλικία ογδόντα δύο ετών. Εκοιμήθη στις 13 Αυγούστου του 662, ημέρα κατά την οποία η Ορθόδοξη Εκκλησία εορτάζει την ανακομιδή των ιερών του λειψάνων, αφού η μνήμη του ορίσθηκε να τιμάται στις 21 Ιανουαρίου για να συνεορτάζει κατά τον μήνα Ιανουάριο μαζί με όλους τους μεγάλους διδασκάλους, ομολογητές και ασκητές της ορθοδόξου πίστεως.

απολυτίκιο

Θείου Πνεύματος, τη επομβρία, ρείθρα έβλυσας, τη Εκκλησία, υπερκοσμίων δογμάτων πανεύφημε, θεολόγων δε του Λόγου την κένωσιν, ομολογίας αγώσι διέλαμψας. Πάτερ Μάξιμε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθσι ημίν το μέγα έλεος.